φίλεχθρος

φίλεχθρος
-ον, ΜΑ
αυτός που τού αρέσει να προξενεί έχθρες.
επίρρ...
φιλέχθρως Α
εχθρικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)-* + ἐχθρός].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • φίλεχθρος — disharmonic masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλέχθρως — φίλεχθρος disharmonic adverbial φίλεχθρος disharmonic masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φίλεχθρον — φίλεχθρος disharmonic masc/fem acc sg φίλεχθρος disharmonic neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλέχθρου — φίλεχθρος disharmonic masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλέχθρους — φίλεχθρος disharmonic masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλέχθρων — φίλεχθρος disharmonic masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φίλεχθροι — φίλεχθρος disharmonic masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλεχθρία — ἡ, Α [φίλεχθρος] το να είναι κανείς φίλεχθρος* …   Dictionary of Greek

  • φιλεχθρώ — έω, Α [φίλεχθρος] είμαι φίλεχθρος* …   Dictionary of Greek

  • εχθρός — ά, ό, αρσ. και εχτρός και οχτρός (ΑΜ ἐχθρός, ά, όν, Μ αρσ. και ὀχθρός και ὀχτρός) 1. αυτός εναντίον τού οποίου αισθάνεται κάποιος έχθρα, μίσος, απέχθεια, αποστροφή («ἐχθρὸς γάρ μοι κεῑνος ὅμως Ἀΐδαο πύλῃσιν», Ομ. Ιλ.) 2. (συν. το αρσ. και θηλ. ως …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”